γευστικός

-ή, -ό (AM γευστικός, -ή, -όν) [γεύομαι]
αυτός που αναφέρεται στη γεύση, ο σχετικός με τη γεύση («γευστικοί κάλυκες», «γευστικά κύτταρα», «γευστικόν αἰσθητήριον» — το όργανο τής γεύσης)
νεοελλ.
αυτός που έχει ευχάριστη γεύση, ο εύγευστος, ο νόστιμος
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. το γευστικόν
η γεύση*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • γευστικός — [гефстикос] επ. вкусный, вкусовой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • γευστικός — ή, ό 1.ο σχετικός με τη γεύση: Η γλώσσα είναι γευστικό όργανο. 2. νόστιμος: Μου πρόσφερε γευστικά εδέσματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γευστικά — γευστικός of neut nom/voc/acc pl γευστικά̱ , γευστικός of fem nom/voc/acc dual γευστικά̱ , γευστικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γευστικῶν — γευστικός of fem gen pl γευστικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γευστικόν — γευστικός of masc acc sg γευστικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γευστικαί — γευστικός of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γευστικοῖς — γευστικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γευστικοί — γευστικός of masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γευστικοῦ — γευστικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γευστικῆς — γευστικός of fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.